Knock on the door (στίχοι / μουσική ιδέα: Phil Ochs, διασκευή: Ζωή Τάχα)

Ο Phil Ochs έζησε και τραγούδησε στην Αμερική τις δεκαετίες του ’60-’70, την ίδια περίοδο όπου βρισκόταν σε εξέλιξη ο Πόλεμος του Βιετνάμ. Σε αντίθεση με άλλους τραγουδοποιούς της εποχής του που έγιναν γνωστοί παγκοσμίως, ο Phil Ochs πολεμήθηκε και υπονομεύτηκε από την Εξουσία εξαιτίας της έντονης πολιτικής του δράσης και των πολιτικοποιημένων στίχων του. Το τραγούδι που διασκευάσαμε ονομάζεται «Knock on the door» και μιλάει για το χτύπημα της ασφάλειας στην πόρτα. Αφιερωμένο σε όλους όσους έχουν ακούσει αυτό το χτύπημα στην πόρτα τους…

In many a time, in many a land
with many a gun in many a hand.
They came by the night, they came by the day
came with their guns to take us away.

With a knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Back in the days of the Roman Empire
they died by the cross and they died by the fire.
In the stone coliseum, the crowd gave a roar
and it all began with that knock on the door.

Just a knock on the door, knock on the door.
here they come to take one more, one more

The years have all passed, we’ve reached modern times
the Nazis have come with their Nazi war crimes.
Yes, the power was there, the power was found
six million people have heard that same sound.

That old knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Now there’s many new words and many new names
the banners have changed but the knock is the same.
On the Soviet shores with right on their side
I wonder who knows how many have died.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Look over the oceans, look over the lands
look over the leaders with the blood on their hands.
And open your eyes and see what they do
when they knock over their friend, they’re knocking for you.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more
With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

 

Υπόσχεση

Προσπέρασες τη μάνα μου που σ’ είχε για εικόνα
και μ’ έκαψες από παιδί στον πρώτο σου κανόνα.
Κάθε φορά που πείσμωνα κι έφτιαχνα νέο δέρμα
με πέταγες μες στη φωτιά σα μαυρισμένο κέρμα.

Δεν υπολόγισες καλά τα δάκρυα μου με σώσαν
ποτάμι κατηφόρισαν να πλύνει όσους ματώσαν.
Δεν υπολόγισες καλά τα δάκρυα που κρατούσα
χείμαρρος άγριος βαρύς και πνίγει ό,τι μισούσα.

Ούτ’ ένας μας δεν γλίτωσε απ’ το χτύπημα στην πόρτα
οταν οι μαύρες μπότες σου μας πάτησαν σαν χόρτα.
Και κάθε που ‘κανε κανείς να ισιώσει το κορμί του
ένα χυδαίο μονόστηλο του ‘παιρνε την ψυχή του.

Δεν υπολόγισες καλά βλέμματα ξεμακρύναν
ξεφύγαν από τη μπότα σου με υπομονή πληθύναν
και η λυσσασμένη μας θωριά δε στέκεται στη μπότα
σε σημαδεύει στο σταυρό στης λευτεριάς τη ρότα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *