zt.jpg
Ζωή Τάχα – Της κοινότητας τραγούδια
17 Σεπτεμβρίου 2015

Ηχογράφηση Πρόβας (23.03.2013)

Layout-1.jpg

Στίχοι

Πρόκληση

(στίχοι: Μαχμούντ Νταρουίς)

Σφίξε μου τα σχοινιά
απαγόρεψέ μου τα όλα
τσιγάρα μολύβια και χαρτιά.
Σφίξε μου τα σχοινιά
απαγόρεψέ μου τα όλα
σβήσε στο χώμα τη φωτιά.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

Το τραγούδι είναι το αίμα
το αλάτι του ψωμιού
το νερό του ματιού.
Το τραγούδι είναι το αίμα
γράφεται με τα νύχια
με το λαρύγγι, τη ματιά.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

Μέσα από το κρατήριο
τα συρματοπλέγματα
με χειροπέδες και δεσμά.
Μέσα από το κρατήριο
κάτω από το μαστίγιο
κάτω απ' τις αλυσίδες.

Πουλιά μυριάδες πάνω
στης καρδίας μου τα κλαδιά
πλάθουνε το τραγούδι μου.

Υβριστική Ωδή

(στίχοι: Νότης Γέροντας)

Εμείς δεν πολεμήσαμε
μας κάρφωσαν τον πόλεμο
στις πιο απίθανες σπηλιές του οργανισμού μας.
Εμείς δεν πολεμήσαμε
μας χύσανε την έρημο στο πιάτο μας
οι διοικητές των super-market με πολιτικά.
Εμείς δεν πολεμήσαμε
απ' τα ταβάνια μας στάζει το αίμα
κι ένα σάβανο αγκαλιάζει την αύρα μας.
Εμείς δεν πολεμήσαμε
γιατί έχουμε ειρήνη
που ντύνεται σκόνη στα σκοτάδια της κουζίνας.

Κι άλλοτε κρύβεται, στη σχάρα ψήνεται
μεταμφιεσμένη σε αδερφοσύνη
κι άλλοτε μπλε σκουλήκι στα μαχαιροπήρουνα.

Εμείς δεν πολεμήσαμε
κάθε μπαλκόνι κι ένας πεζοναύτης
ειρηνικές μονάδες πάνοπλου στρατού.

Ποτίζουν γλάστρες στις πολυκατοικίες
φυτρώνουν αγριολούλοδα
που χύνουν δηλητήριο και γλείφουν το τσιμέντο.

Εμείς δεν πολεμήσαμε
άναρθρος λόγος, άγαρμπο χάδι
λωρίδες γαλανόλευκες σε ξεκοιλιάζουν.
Εμείς δεν πολεμήσαμε
το αλφάβητο φαύλη ισότητα
που σε εκθέτει ανεπανόρθωτα στους στρατιώτες.
Εμείς δεν πολεμήσαμε
γιατί έχουμε ειρήνη κάθε απόκριες
κι ο γύφτος χτυπάει τρελά δαιμονισμένα.

Μέχρι να σκάσει η αρκούδα του
να σωριαστεί ελεύθερη
να σωριαστεί ελεύθερη από το ντέφι του.

Μας κάρφωσαν τον πόλεμο
μας έχυσαν την έρημο στο πιάτο μας
απ' τα ταβάνια μας στάζει το αίμα
από το ντέφι του στάζει το αίμα.

Αν

(στίχοι:Π.Κ)

Αν
έχουν όλα ειπωθεί
τότε,
ποιοι τόλμησαν να μιλήσουν για σένα

Πού Kαι πότε
πριν σε δω
εδώ
σήμερα

Να λάμπεις
στη σιωπή σου
την ώρα που σκεφτόταν να δύσει ο ήλιος;

Το φίδι και η τρύπα

Όταν άρχισα με τις λέξεις να παλεύω
και στα δικά μου πόδια να σταθώ
Η γλυκιά μου μάνα μου με πήρε αγκαλιά
Μου ψιθύρισε στ’ αυτί δύο λέξεις στοργικά
Να κοιτάζεις τη δουλειά σου υπάρχουν άλλοι που μπορούν
Να βγάλουν το φίδι από την τρύπα κι ας χαθούν

Τώρα πια η μάνα έχει χαθεί κι έχει μείνει η χυδαία προτροπή
Που μέσα της έχει εκκολαφθεί το φίδι εκείνο που από μόνο του έχει βγει

Όταν πήγα στο σχολείο φυλακή
που μου πήρε κάθε δίψα για ζωή
Ένας δάσκαλος μας είπε βλοσυρά
σκύβοντας στα μικρά μας τα αυτιά
Να κοιτάζεις τη δουλειά σου υπάρχουν άλλοι που μπορούν
Να βγάλουν το φίδι από την τρύπα κι ας χαθούν

Τώρα ο δάσκαλος έχει χαθεί κι έχει μείνει η χυδαία προτροπή
Που μέσα της έχει εκκολαφθεί το φίδι εκείνο που από μόνο του έχει βγει

Κι η θητεία στο στρατό στο μοτίβο το γνωστό
Απ’ το χειρότερο φαντάρο ως τον φασίστα στρατηγό
Κι ύστερα πάλι τα ίδια στη δουλειά από το αφεντικό
Πίσω από κάθε πρόσχημα ένα είναι το ρητό
Να κοιτάζεις τη δουλειά σου υπάρχουν άλλοι που μπορούν
Να βγάλουν το φίδι από την τρύπα κι ας χαθούν

Στρατηγοί κι αφεντικά χαμογελούν γιατί ριζικό μας έχει γίνει η διαταγή
Που μέσα της έχει εκκολαφθεί το φίδι εκείνο που από μόνο του έχει βγει

Βαρεθήκαμε έναν κόσμο που ποτέ του δεν θα δει
Τον εαυτό του στον καθρέφτη και στο φτηνό του σάλιο να πνιγεί
Που κλείνει τα παντζούρια ερμητικά για να σωθεί
Από τα φίδια εκείνα που ψάχνουν για τροφή
Δεν πειράζει θα μιλήσουν πάλι αυτοί που έχουν καεί
Θα βάλουνε τα φίδια στην τρύπα πίσω εκεί

Θα βάλουνε τα φίδια στην τρύπα πίσω εκεί Και θα τα θάψουν με κάθε προτροπή
Μαζί με έναν κόσμο που του έμελλε να ζει θαμμένος στην παντοτινή σιωπή

Για μια ελευθερία

(στίχοι: Αλέξης Ασλάνογλου)

Είμαι χειρότερος από τους αλήτες
είμαι χειρότερος από τις αρτίστες
αυτοί μπορούν και ζουν, δεν περιμένουνε.

Μα εγώ ό,τι παίρνω γίνεται προπέτασμα καπνού
για όσα ζητώ και πάνω απ’ όλα να εξιλεωθώ
στην τέλεια σχέση να σωθώ ή να μαρτυρήσω.
Μα ο άλλος είναι ανέφικτος γιατί
δεν είναι μόνο σώμα ή μια κατανόηση
μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή.

Κι αν προχωρήσω μέσα του έντρομος θα δω πως μένει θεατής.
Δεν είναι για μαρτύριο ή για μοίρασμα.
Σκοτώνοντας τη σίγουρη μικρή του ελευθερία
τη μικρή του ελευθερία, τη σίγουρη μικρή του ελευθερία

Μα ο άλλος είναι ανέφικτος γιατί
δεν είναι μόνο σώμα ή μια κατανόηση
μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή.

Φυλάγεται και σε, και σε καλεί
μονάχα αν υπογράψεις πως θα τον σεβαστείς
και πάνω απ’ όλα τη σίγουρη μικρή του ελευθερία
τη μικρή του ελευθερία, τη σίγουρη μικρή του ελευθερία

Ύμνος στο θεό

(στίχοι: Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.
Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί, και τους αφήνεις να πεθαίνουν.
Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος
κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.

Άφησες να πεθάνουνε οι νέοι κι οι χαροκόποι
μα αυτούς που θελαν να πεθάνουν, δεν τους άφησες…
Πολλοί από κείνους που τώρα έχουν σαπίσει
πιστεύανε σε σένα, και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.

Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως – και σαπίσαν παρευθύς.

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.
Μα πως μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;
Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν χωρίς
εσένα να πεθάνουν – πες μου, τι σημασία έχει – τ’ ότι δεν υπάρχεις;

Ο Μιχαλιός

(στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης)

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ' ώμου».
Ολο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ' ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να 'λέγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ηταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

Ορισμός

(στίχοι: Νότης Γέροντας)

Θα ξεριζώσω τα δέντρα, θα διαλύσω τα αυτοκίνητα
Θα στείλω τους πύραυλους στο διάολο, Θα κηρύξω τον πόλεμο στα BARBADOS

Θα κάμω τον κόσμο γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι καλικάντζαροι
Και θα γεμίσω την έρημο άδεια, μεγάλα, στρογγυλά πηγάδια

Θα στείλω τον ήλιο φυλακή και θα τεντώσω την ελπίδα
Θα καβαλήσω τη σελήνη και θα καλπάσω στο γαλαξία

Θα πιω κρασί ανακατωμένο πουλιά και σκόνη αστρική
Θα βλαστημήσω τα θεία και θα μεταλάβω σε πείσμα της θάλασσας

Θα προκηρύξω εκλογές χωρίς κανέναν υποψήφιο
Θα στείλω τους στρατιώτες να μαζέψουν μανιτάρια στην αστροφεγγιά

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς-διακορευτής
Που μπαίνω μέσα σου πριόνι και σου λιανίζω τα κόκαλα

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς- διακορευτής
Είμαι πέρα απ’ τ’ όνομά μου το ασανσέρ που πάει στα ύψη

Στους συντρόφους

Βρεθήκαμε μαζί στις ερημιές
σβήσαμε του ορίζοντα τις μολυβιές
μας κυνήγησαν της μνήμης τα σκυλιά
θυμάμαι του γέλιου σου την πιστολιά

Θάψαμε στον Φροϋντ τη γειτονιά
στο κεφάλαιο του Μαρξ την πρωτοπόρα εργατιά
στα πρόσωπα του κόσμου αντιφεγγιά
που φωτίζει τη δική μας ελεύθερη ματιά

Είμαστε στους δρόμους με αγάπη και φωτιά
σε μια πόλη που λάμπει η σκοτεινιά
λαθέψαμε σαν άμαθοι εραστές
κι οι πόνοι κάθε λάθους μαχαιριές

Μας κυκλώνουνε δύσκολοι καιροί
καιροί κυκλωμένοι από μια φυλακή
κάγκελα καρφώνονται στις στιγμές
αλυσίδες δένουν τις απάθειες

Θ’ αφήσουμε και πάλι τις ερημιές
θα σβήσουμε του ορίζοντα τις μολυβιές
κι αν μας πάρουν στο κατόπι τα σκυλιά
μην ξεχάσεις του γέλιου σου την πιστολιά